5 Poems from 40 Sonnets

Written in English by Don Paterson



For months I’d moved across the open water
like a wheel under its skin, a frictionless
and by then almost wholly abstract matter
with nothing in my head beyond the bliss
of my own breaking, how the long foreshore
would hear my full confession, and I’d drain
into the shale till I was filtered pure.
There was no way to tell on that bare plain
but I felt my power run down with the miles
and by the time I saw the scattered sails,
the painted front and children on the pier
I was nothing but a fold in her blue gown
and knew I was already in the clear.
I hit the beach and swept away the town.


The body is at home in time and space
and loves things, how they come and go,
and such distances as it might cross or place
between the things it loves and its own touch.
But for you, soul, whom the body bred in error
like some weird pearl, everything is wrong.
Space is stone, and time a breakneck terror
where you hold to nothing but your own small song.
No wonder you would rather stay asleep
than wake again to your live burial.
But sometimes, shrinking in your tiny keep
you make out through the thousand-mile-thick wall
the faint tapped code of one as trapped as you:
saying: those high white mansions –I dream them too –

To Dundee City Council

Fair play. Round here, only junkies walk
so it’s unfair that I affect my shock
at this last straw: that fine baronial stair
you found cheaper to fence off than to repair,
thus adding twenty minutes to my trip
via ringroad, bombsite, rape tunnel and skip
to the library where poor folks go to die
or download porno on the free wifi.
My shameful vanity? I thought you might
take time, this time, to personalise the slight.
Know at least I leave here with my tail
between my legs again, and setting sail
for that fine country called the fuck away.
Farewell! Good luck with the V& A.


for Nora

Those times when you advance on me like a statue
holding the plain truth in a bowl of fire,
I will think of you, aged six and running
from that two-room ark, your brother’s lonely rage
to where your father would not be again, brushing
the pot seeds from your coat, your moon-white hair,
figuring someone round here needs to pay some fucking attention
as you tack across a Broadway gridlock, in the dark and rain –
then the day I lost you in Kings Cross at rush hour
and saw I was the lost one, lost in the roiling,
polyhedral sea of their desire –
then found you on the edge, with all in view,
all in hand, tall as a mast of white pine
to which I had to lash myself or drown.

The Roundabout

for Jamie and Russ

It’s moving still, that wooden roundabout
we found at the field’s end, sunk in the grass
like an ancient buckler from the giants’ war.
The first day of good weather, our first out
after me and your mother. Its thrawn mass
was like trying to push a tree over, or row
a galley sealed in ice. I was all for
giving up when we felt it give, and go.
What had saved the axle all those years?
It let out one great drawn-out yawn and swung
away like a hundred gates. Our hands still burning
we lay and looked up at a sky so clear
there was nothing in the world to prove our turning
but our light heads, and the wind’s lung.

Published April 15, 2017
Excerpted from 40 Sonnets, Faber & Faber, London 2015.
© Don Paterson, 2015

5 Ποιηματα from 40 Sonnets

Written in English by Don Paterson

Translated into Greek by Katerina Anghelaki-Rooke


Για μήνες κινήθηκα διασχίζοντας
τα νερά σα νάμουν ένα τιμόνι κάτω απ’ το δέρμα του, ανέγγιχτο
όντας πια σχεδόν απόλυτα μια αφηρημένη έννοια
και στο μυαλό μου να μην υπάρχει τίποτα άλλο από την ευλογία
της δικής μου πτώσης, αφού η δική μου ατέλειωτη ακτή
θ’ άκουγε όλη την εξομολόγησή μου και θα στέγνωνα
μεσ’ την πιο σκληρή πέτρα ώσπου να βγω αγνός.
Δεν υπάρχει τρόπος να μιλήσω σ’ αυτή τη γυμνή πεδιάδα
αλλά αισθάνθηκα τη δύναμή μου μίλια να κατηφορίζει
και ώσπου να δω τα σκόρπια κατάρτια
μπροστά ζωγραφισμένα, τα παιδιά στην αποβάθρα
δεν ήμουνα παρά μια πτυχή της γαλάζιας φορεσιάς της
και ήξερα ότι ήμουνα κι όλας στ’ ανοιχτά.
Έφτασα ως την ακρογιαλιά κι έσπρωξα την πόλη μακριά.


Το σώμα νιώθει σαν στο σπίτι του σε χρόνο και χώρο
κι αγαπάει τα πράγματα όπως έρχονται και φεύγουν και τέτοιες αποστάσεις
να είναι που θα μπορεί να τις διασχίσει ή να τοποθετήσει
ανάμεσα στα πράγματα που αγαπάει και το δικό του άγγιγμα.
Αλλά για σένα, ψυχή, που το σώμα έκανε το λάθος και σε γέννησε
σαν ένα παράξενο διαμάντι, όλα είναι λάθος.
Ο χώρος είναι πέτρα και ο χρόνος ένας ιλιγγιώδης τρόμος
όπου κρατιέσαι από τίποτ’ άλλο παρά από το μικρό σου τραγουδάκι.
Λογικό είναι που προτιμάς να κοιμάσαι
παρά να ξυπνάς πάλι στο ζωντανό σου τάφο.
Αλλά είναι φορές, που μαζεμένη στον ελάχιστο χώρο σου
καταφέρνεις να διαβάσεις μέσ’ από το χίλια μίλια παχύ τείχος
τον αχνογραμμένο κώδικα κάποιου παγιδευμένου σαν και σένα
που λέει: «αυτές τις ψηλές, λευκές, βίλλες – Κι εγώ τις ονειρεύομαι».

Στο Δημοτικό Συμβούλιο των Νταντί

Όλα κι όλα. Εδώ μόνο οι τοξικομανείς κυκλοφορούν
τι στο καλό χρειάζεται να σοκάρομαι στο τέρμα: αυτή η παλιά
ωραία σκάλα του βαρόνου βρήκες ότι ήταν φτηνότερο
να την περιφράξεις παρά να το επισκευάσεις, προσθέτοντας
έτσι είκοσι λεπτά στο ταξίδι μου περνώντας από κυκλικό δρόμο,
περιοχή βομβαρδισμού τούνελ βιασμού και να βρεθώ για μια στιγμή
στη βιβλιοθήκη όπου οι φτωχοί πάνε να πεθάνουν
ή να κατεβάσουν πορνό από το δωρεάν wifi.
Αν ντρέπομαι για τη ματαιοδοξία μου; Νόμιζα ότι θα σού ’παιρνε χρόνο,
αυτή τη φορά για να προσωποποιήσεις την προσβολή.
Να ξέρεις τουλάχιστον ότι φεύγει από δω με την ουρά μου πάλι
ανάμεσα στα σκέλια και μπαρκάρω γι’ αυτή την ωραία χώρα
που λέγεται άει γαμήσου.
Άντε γειά! Και καλή τύχη με τον V&A.


στη Νόρα

Τις φορές εκείνες, όταν έρχεσαι προς εμένα σαν ένα άγαλμα
κρατώντας την καθαρή αλήθεια σ’ ένα κύπελο φωτιάς
θα σε σκέπτομαι όπως όταν ήσουν έξι χρονών κι έτρεχες
απ’ αυτή την κιβωτό με τα δύο δωμάτια, του αδελφού σου την μοναχική οργή
εκεί που ο πατέρας σου δεν θα ξαναβρισκόταν ποτέ βουρτσίζοντας
τους σπόρους από το παλτό σου, τα φεγγαρόασπρα μαλλιά σου
υπολογίζοντας ότι «κάποιος εδώ γύρω πρέπει να δώσει κάποια γαμημένη
προσοχή όπως βηματίζεις, περνάς ενα φρακάρισμα του Μπροντγουέη
μες στο σκοτάδι και τη βροχή–
έπειτα τη μέρα που σ’ έχασα στο Κινγκς Κρος σε ώρα αιχμής
και είδα ότι εγώ ήμουν ο χαμένος, χαμένος μες στην κυματιστή
πολύεδρη θάλασσα του πόθου τους–
και μετά σας είδα στην άκρη, όλα φανερά
όλα στο χέρι, ψηλό σαν ένα κατάρτι από άσπρο πεύκο
και μ’ αυτό θα έπρεπε να μαστιγωθώ ή να πνιγώ.


Για τους Τζάμη και Ρος

Κινείται ακόμη αυτό το ξύλινο καρουζέλ
που βρήκαμε στο τέλος του κάμπου, βυθισμένο στο γρασίδι
σαν μια αρχαία ασπιδα από τον πόλεμο των γιγάντων.
Την πρώτη μέρα με καλό καιρό, η πρώτη καταδίωξη
εμένα και της μητέρας σου. Η πεταμένη του μάζα
ήταν σαν να προσπαθούσες να ρίξεις κάτω ένα δέντρο, ή να κωπηλατήσεις
σε γαλέρα σφραγισμένη με πάγο. Ήμουνα έτοιμος να παραιτηθώ ,
όταν το νιώσαμε να δίνει και να φεύγει.
Τι είχε σώσει τον άξονα όλ’ αυτά τα χρόνια;
Έβγαλε ένα μακρύ χασμουρητό και στριφογύρισε
σαν εκατό πόρτες. Τα χέρια μας έκαιγαν ακόμη
ξαπλώσαμε και κοιτάξαμε ψηλά έναν ουρανό τόσο καθαρό
τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε ν’ αποδείξει ότι το στροβίλισμά μας
δεν ήταν άλλο από τα ελαφρά κεφάλια μας και του αέρα τα πλευμόνια.

Published April 15, 2017
© Don Paterson 2105
© Specimen 2017

5 poesie da 40 Sonnets

Written in English by Don Paterson

Traduzione di Matteo Campagnoli


Avevo percorso il mare aperto già da mesi
come una ruota sotto la sua pelle, materia
senza attrito e quasi tutta astratta ormai,
con niente in testa tranne l’estasi festosa
del mio frangermi, come al lungo bassofondo
avrei sussurrato la mia piena confessione
per poi filtrare nella sabbia e uscirne pura.
Impossibile capirlo in quella piana spoglia
ma sentivo scemare le forze con le miglia
e quando avvistai le vele sparse,
il lido dipinto e i bambini sul molo
non ero che una piega in quell’azzurrità
e sapevo di essere già assolta.
Colpii la spiaggia e spazzai via la città.



Il corpo è a casa nel tempo e nello spazio,
gli piacciono le cose, come vanno e vengono,
e le distanze che attraversa o mette
tra le cose che gli piacciono e il suo tocco.
Ma per te, anima, concepita dal corpo per errore
come una strana perla, è tutto sbagliato.
Lo spazio è pietra, il tempo un rapido terrore
dove il solo appiglio è la tua esile canzone.
Chiaro che preferiresti restare addormentata
invece di svegliarti ancora alla tua sepoltura in vita.
Ma a volte, ritirata nel tuo minuscolo torrione
decifri attraverso il muro spesso mille miglia
i fievoli colpetti di chi come te è intrappolata:
dicono: quelle alte bianche magioni – le sogno anch’io –


Al consiglio comunale di Dundee

Bene. Di qui solo i tossici ci passano,
sarebbe scorretto quindi fingermi scosso
da quest’ultima goccia: la scalinata baronale
in pezzi che vi è costato meno recintare,
aggiungendo così venti minuti al mio tragitto
tra tangenziale, sottopasso degli stupri e case sfitte
verso la biblioteca dove i poveri semmai
vanno a morire o scaricano i porno dal wi-fi.
La mia vile vanità? Pensavo che, per una volta,
avreste potuto personalizzare il vostro insulto.
Sappiate almeno che me ne vado, di nuovo,
con la coda tra le gambe e faccio vela
per quel bel posto chiamato fuori dalle palle.
Addio! E in bocca al lupo col Victoria and Albert.



per Nora

Le volte che avanzi verso di me come una statua
con in mano la nuda verità in una ciotola di fuoco,
ti penso, a sei anni, mentre scappi da quell’arca
a due stanze e dalla rabbia solitaria del fratello
verso dove tuo padre non tornerà, scuotendo
i semi di maria dal cappotto, dai capelli bianchi di luna,
e pensi cazzo qualcuno qui deve fare attenzione
mentre ti svincoli in un ingorgo sulla Broadway, al buio sotto la pioggia –
o quando ti ho persa a Kings Cross all’ora di punta
e ho capito che quello perso ero io, perso nel torbido
e poliedrico mare del loro desiderio –
poi ti ho trovata sul ciglio, con tutto sott’occhio,
tutto in mano, svettante come un albero maestro
al quale dovevo legarmi per non annegare.


La giostra da giardino

per Jamie e Russ

Si muove ancora, quella giostra di legno da giardino
trovata in fondo al campo, affondata nell’erba
come uno scudo perso nella guerra dei giganti.
Il primo giorno di bel tempo, il nostro primo fuori
dopo me e vostra madre. Rovesciare la sua massa
era come provare a buttar giù un albero, o remare
su una galea bloccata tra i ghiacci. Ero pronto
a mollare quando sentimmo che cedeva, ed era fatta.
Cos’aveva preservato l’asse per tutti questi anni?
Emise un enorme sbadiglio prolungato e schizzo via
come cento cancelli. Con le mani che ancora ci bruciavano
ci sdraiammo rivolti a un cielo così chiaro
che nulla al mondo poteva indicarci che girassimo
tranne le nostre teste leggere e il polmone del vento.

Published April 15, 2017
© Don Paterson 2015
© Matteo Campagnoli 2017


We would like to thank Don Paterson–who was among our guests at Babel Festival last year–for granting us permission to publish this selection from his latest book of poems, 40 Sonnets. The English and Italian translations have been commissioned by Specimen to poets Katerina Anghelaki-Rooke and Matteo Campagnoli, respectively. For a full appreciation of the scope of Paterson’s collection, we suggest Sarah Crown’s review in The Guardian.

Ringraziamo Don Paterson – ospite del nostro festival “Babel” lo scorso settembre – per averci concesso di riprodurre la presente selezione dal suo ultimo libro di poesie, 40 Sonnets. Le traduzioni in greco e italiano sono state appositamente commissionate da Specimen ai poeti Katerina Anghelaki-Rooke e Matteo Campagnoli, e appaiono qui per la prima volta. Per un pieno apprezzamento del libro di Paterson, consigliamo la recensione di Sarah Crow su “The Guardian”.

Close Language
Close Language
Add Bookmark